ΛΑΠΑΡΟΣΚΟΠΙΚΗ ΧΕΙΡΟΥΡΓΙΚΗ

ΠΟΛΥΠΟΔΕΣ ΠΑΧΕΟΣ ΕΝΤΕΡΟΥ

Ως πολύποδας παχέος εντέρου ορίζεται η βλάβη που εκφύεται από το βλεννογόνο του κόλου ή του ορθού και προπίπτει στον αυλό του. Αρκετές άλλες βλάβες εμφανίζονται ως ενδοαυλικές μάζες που καλύπτονται από φυσιολογικό βλεννογόνο, όπως τα λιπώματα, οι καρκινοειδείς όγκοι και τα λειομυώματα, αλλά δεν αναφέρονται ως πολύποδες. Γενικά οι πολύποδες ταξινομούνται από τη μακροσκοπική εμφάνισή τους σε επίπεδους και μισχωτούς, ενώ ιστολογικά ταξινομούνται σε υπερπλαστικούς, αμαρτωματώδεις και αδενωματώδεις.

Οι πολύποδες μπορεί να είναι μεμονωμένοι ή να εμφανίζονται στα πλαίσια επίκτητων ή οικογενών συνδρόμων, πολλά από τα οποία είναι δυνητικά κακοήθη. Η αντιμετώπισή τους εξαρτάται από τον κίνδυνο κακοήθους εξαλλαγής ενώ μεγαλύτεροι πολύποδες ενδέχεται να χρήζουν θεραπείας λόγω αιμορραγίας, απόφραξης του εντέρου ή εγκολεασμού. Οι υπερπλαστικοί πολύποδες δεν θεωρούναι νεοπλασματικοί και γενικά, δεν αυξάνουν τον κίνδυνο κακοήθειας, ιδίως όταν είναι μικροί και εντοπίζονται στο ορθό. Στους παράγοντες που σχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο κακοήθειας περιλαμβάνονται το μεγάλο μέγεθος >1εκ., η εμφάνισή τους στο δεξιό κόλον, η ανεύρεση μικτής αδενωματώδους/υπερπλαστικής ιστολογίας, αριθμός πολυπόδων > 20, η οικογενής υπερπλαστική πολυποδίαση και το οικογενειακό ιστορικό καρκίνου παχέος εντέρου. Οι αμαρτωματώδεις πολύποδες εμφανίζονται στα πλαίσια τριών συνδρόμων που κληρονομούνται κατά τον επικρατούντα αυτοσωματικό χαρακτήρα. Στο σύνδρομο Peutz-Jeghers οι αμαρτωματώδεις πολύποδες που συνδυάζονται με περιστοματικές μελαγχρωματικές βλάβες, μπορεί να επιπλακούν με αιμορραγία, εγκολεασμό και απόφραξη, σε μικρή μάλιστα ηλικία. Μετά την τρίτη δεκαετία ζωής υπάρχει κίνδυνος ανάπτυξης καρκίνου της τάξης του 2%-13%. Το σύνδρομο νεανικής πολυποδίασης διαγιγνώσκεται όταν ένας νεαρός ασθενής έχει 10 ή περισσότερους αμαρτωματώδεις πολύποδες. Ο κίνδυνος καρκίνου φτάνει το 50% την τέταρτη δεκαετία ζωής. Στο σύνδρομο Cowden αμαρτωματώδεις πολύποδες ανευρίσκονται σε όλο το γαστρεντερικό αλλά δεν αυξάνεται ο κίνδυνος καρκίνου.

Οι αδενωματώδεις πολύποδες μπορεί να είναι σποραδικοί ή να εμφανίζονται στα πλαίσια των κληρονομούμενων συνδρόμων οικογενούς πολυποδίασης. Ιστολογικά τα αδενώματα ταξινομούνται σε σωληνώδη, σωληνολαχνωτά και λαχνωτά. Η εμφάνιση ενός αδενωματώδους πολύποδα, καθώς και η μετατροπή του σε καρκίνο ακολουθεί μία σειρά αθροιζόμενων γενετικών μεταλλάξεων γνωστή με τον όρο “αλληλουχία αδενώματος-καρκινώματος”. Ο αυξημένος αριθμός πολυπόδων > 3, ο λαχνωτός ιστολογικός τύπος, η υψηλόβαθμη δυσπλασία και το μέγεθος πολύποδα > 1εκ. αυξάνουν τον κίνδυνο κακοήθειας. Έχει βρεθεί ότι ο κίνδυνος κακοήθειας ενός πολύποδα μεγέθους < 1εκ. είναι 1%-3%, ενώ φτάνει το 40% σε πολύποδες >2εκ.

Οι περισσότεροι ενδοσκόποι συνιστούν την αφαίρεση όλων των πολυπόδων μεγέθους >0,5εκ. Αν η ιστολογική εξέταση ενός πολύποδα που έχει εκταμεί πλήρως αναδείξει κακοήθεια, υπό ορισμένες συνθήκες, η πολυπεκτομή είναι θεραπευτική. Συνήθως όμως ο ασθενής πρέπει να οδηγηθεί στο χειρουργείο και να πραγματοποιηθεί μία πιο εκτεταμένη, ογκολογική τμηματική εκτομή, που μπορεί να γίνει και λαπαροσκοπικά.