ΛΑΠΑΡΟΣΚΟΠΙΚΗ ΧΕΙΡΟΥΡΓΙΚΗ

ΛΑΠΑΡΟΣΚΟΠΙΚΗ ΒΟΥΒΩΝΟΚΗΛΗ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Βουβωνοκήλη είναι η πρόπτωση κάποιου οργάνου της κοιλίας μέσα από χάσμα του βουβωνικού πόρου. Το χάσμα μπορεί να είναι συγγενές (να υπάρχει με τη γέννηση) ή επίκτητο (να εμφανίζεται μετά από χρόνια, στους ενήλικες). Συνήθως εμφανίζεται σαν διόγκωση στην βουβωνική περιοχή (μεταξύ μηρού και κοιλίας) και συνοδεύεται ορισμένες φορές από πόνο ιδιαίτερα μετά από ορθοστασία ή κόπωση. Στον βουβωνικό πόρο διέρχονται αγγεία (σπερματικά ), ο σπερματικός πόρος και προσεκβολή του περιτοναίου που συνοδεύει την κάθοδο του όρχεως δια του κοιλιακού τοιχώματος κατά την εμβρυική ηλικία. Αν η προσεκβολή αυτή παραμείνει ανοικτή τότε μπορεί να εμφανισθεί βουβωνοκήλη και ονομάζεται “λοξή” ή τύπου ΙΙ. Αν η κήλη παρουσιαστεί από χάσμα του κοιλιακού τοιχώματος, δηλαδή από το δάπεδο του βουβωνικού πόρου τότε ονομάζεται “ ευθεία” ή τύπου ΙΙΙ. (Τύπου Ι είναι οι κήλες που εμφανίζονται στα νεογνά).

Οι λοξές κήλες ειναι ο πιό συχνός τύπος κήλης και στους άνδρες και τις γυναίκες και είναι περίπου 10 φορές πιο συχνός στους άνδρες. Περίπου 5% των ανδρών θα εμφανίσουν κήλη κατά τη διάρκεια της ζωής τους.

ΕΝΔΕΙΞΕΙΣ ΓΙΑ ΕΠΕΜΒΑΣΗ

Εφ΄οσον διαπιστωθεί κλινικά η ύπαρξη βουβωνοκήλης ενδείκνειται η χειρουργική διόρθωση. Η λαπαροσκοπική βουβωνοκήλη είναι μία ελάχιστα επεμβατική αντιμετώπιση. Η επέμβαση δεν είναι επείγουσα (εκτος αν υπάρχει περίσφιξη) και μπορεί να γίνει με τους εξής τρόπους:

Λαπαροσκοπική βουβωνοκήλη :

Μέθοδος TEP: Η επέμβαση γίνεται λαπαροσκοπικά αλλά εξωπεριτοναικά και θεωρείται η πιό ελάχιστα επεμβατική μέθοδος. Ο χώρος που δημιουργείται για την τοποθέτηση του πλέγματος είναι μεταξύ των μυών του κοιλιακού τοιχώματος και του περιτοναίου δηλ. πρόκειται για ενδοσκοπική μέθοδο, χωρίς να εισέρχεται κάποιο εργαλείο μέσα στην κοιλιά. Η συγκράτηση του πλέγματος γίνεται με clips αν η κήλη είναι ευθεία ή χωρίς αν είναι λοξή ( Το πλέγμα το “καθηλώνει” η ενδοκοιλιακή πίεση).

Μέθοδος TAPP: Η επέμβαση γίνεται λαπαροσκοπικά δηλ. με είσοδο της κάμερας και των εργαλείων στην κοιλιά απο μικρές τομές 5-10 mm. Αποκολλάται το περιτόναιο και το πλέγμα τοποθετείται στην ιδια θέση μεταξύ των μυών του κοιλιακού τοιχώματος και του περιτοναίου όπως στην μέθοδο TEP. Το πλέγμα καθηλώνεται με clips και το περιτόναιο συρράπτεται. Η λαπαροσκοπική βουβωνοκήλη (πλαστική -μέθοδος TAP) είναι ευκολότερη τεχνική και προτιμάται σε μεγάλες βουβωνοκήλες, σε παχυσάρκους ασθενείς, σε υποτροπές και σε αμφοτερόπλευρες κήλες. Επειδή γίνεται διακοιλιακά είναι περισσότερο επεμβατική απο τη μέθοδο TEP. Πλεονέκτημα της μεθόδου θεωρείται η δυνατότητα ελέγχου της κοιλιάς ή και η ταυτόχρονη εκτέλεση άλλης επεμβάσεως.

Πλαστική βουβωνοκήλης με τομή :

Μέθοδος Lichtenstein: Γίνεται με μικρή λοξή βουβωνική τομή 5-7cm και αφου παρασκευαστεί ο βουβωνικός τόνος και ο κηλικός σάκκος τοποθετείται πλέγμα επι των μυών του εδάφους του βουβωνικού πόρου. Το πλέγμα ανάλογα με το είδος του καθηλώνεται ή οχι με nylon ραφές. Η μέθοδος μπορεί να γίνει και με τοπική αναισθησία. Ολες οι μέθοδοι που αναφέραμε είναι χωρίς τάση (tension free) και ελαχιστοποιούν τις πιθανότητες υποτροπής. Είναι η πιο συχνά χρησιμοποιούμενη μέθοδος μαζι με την πλαστική για λαπαροσκοπική βουβωνοκήλη. Άλλες μέθοδοι που δεν χρησιμοποιούν πλέγμα για ενήλικες έχουν ιστορική αξία ( Bassini, Mc Vay κ.α.)

ΠΡΟΕΓΧΕΙΡΗΤΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ

Σε ασθενείς χωρίς προηγούμενο ιστορικό χρειάζεται ακτινογραφία θώρακος, καρδιογράφημα και εξετάσεις αίματος. Αν υπάρχει βεβαρημένο ιστορικό ενδέχεται να γίνει εκτενέστερος έλεγχος.

ΝΟΣΗΛΕΙΑ

Η λαπαροσκοπική βουβωνοκήλη είναι μεσαίας βαρύτητας επέμβαση και εφ΄ όσον χρησιμοποιείται πλέγμα ο πόνος είναι σε ανεκτά επίπεδα. Μετά την ανάνηψη και την μεταφορά στον νοσηλευτικό όροφο ο ασθενής μπορεί να σηκωθεί και να πάρει ελαφριά τροφή. Την επομένη εξέρχεται και για ένα μήνα περίπου έχει ελαφρά δραστηριότητα και αποφεύγει ανύψωση βάρους άνω των πέντε κιλών.

ΠΙΘΑΝΕΣ ΕΠΙΠΛΟΚΕΣ

Όλες οι μέθοδοι έχουν πολύ μικρό ποσοστό επιπλοκών αλλά οι λαπαροσκοπικές μέθοδοι παρόλο που στατιστικά έχουν τα ίδια ποσοστά επιπλοκών με την ανοικτή, ενδέχεται να είναι σοβαρότερες. Οι επιπλοκές αυτές είναι αιμάτωμα, κάκωση σπλάχνων (TAPP), νευραλγία, λοίμωξη, υποτροπή. Ο μετεγχειρητικός πόνος είναι μικρότερος μετά τις λαπαροσκοπικές τεχνικές και υπάρχει επίσης μεγαλύτερη ευχέρεια στην κίνηση.

ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ

Δεν απαιτείται ιδιαίτερη παρακολούθηση μετά από την πλαστική βουβωνοκήλης. Την πρώτη εβδομάδα και τον πρώτο μήνα χρειάζεται κλινική εξέταση και κατόπιν μια φορά τον χρόνο για τον εντοπισμό πιθανής υποτροπής.