ΛΑΠΑΡΟΣΚΟΠΙΚΗ ΧΕΙΡΟΥΡΓΙΚΗ

ΔΙΑΦΡΑΓΜΑΤΟΚΗΛΗ

Ο όρος διαφραγματοκήλη χρησιμοποιείται για να περιγράψει τη διεύρυνση του οισοφαγικού τρήματος του διαφράγματος και τη μετανάστευση ενδοκοιλιακών σπλάχνων στο μεσοθωράκιο. Η ακριβής αιτία της νόσου είναι άγνωστη, ωστόσο η εξασθένιση του φρενοοισοφαγικού συνδέσμου, ενός συνδέσμου που διατηρεί τον κατώτερο οισοφαγικό σφικτήρα ενδοκοιλιακά, οδηγεί στη μετακίνηση της γαστροοισοφαγικής συμβολής, τμήματος του στομάχου ή άλλων ενδοκοιλιακών σπλάχνων στη θωρακική κοιλότητα.

Αναλόγως του σπλάχνου που προπίπτει ενδοθωρακικά η διαφραγματοκήλη ταξινομείται σε: Α) ολισθαίνουσα ή τύπος Ι, όπου μόνο η γαστροοισοφαγική συμβολή μετακινείται (ολισθαίνει) ενδοθωρακικά. Β) παραοισοφαγική ή τύπος ΙΙ, όπου ο θόλος του στομάχου προπίπτει στο θώρακα παράλληλα και κατά μήκος του σώματος του οισοφάγου ενώ η γαστοοισοφαγική συμβολή παραμένει στη φυσιολογική ενδοκοιλιακή θέση της. Γ) μικτή ή τύπος ΙΙΙ, που είναι συνδυασμός των δύο και Δ) τύπος IV, όπου πρόκειται για προχωρημένο στάδιο παραοισοφαγικής διαφραγματοκήλης, κατά το οποίο ολόκληρος ο στόμαχος και κάποιο άλλο ενδοκοιλιακό σπλάχνο (παχύ έντερο, σπλήνας) προπίπτουν στο θώρακα.

Η διαφραγματοκήλη είναι συχνή νόσος, ιδίως στις δυτικές κοινωνίες, με τη συχνότητά της να φτάνει το 10% σε ηλικίες μικρότερες των 40 ετών και το 70% σε ηλικίες μεγαλύτερες των 70 ετών. Συχνότερος τύπος είναι η ολισθαίνουσα και αφορά κυρίως γυναίκες κατά την 5η ή 6η δεκαετία ζωής. Προδιαθεσικοί παράγοντες κινδύνου στην εμφάνιση διαφραγματοκήλης αποτελούν η προχωρημένη ηλικία, που σχετίζεται με εξασθένιση των μυών και απώλεια ελαστικότητας των ιστών, η παχυσαρκία, η εγκυμοσύνη και ο ασκίτης.

Η πλειοψηφία των ασθενών με διαφραγματοκήλη είναι ασυμτωματικοί και η διάγνωση γίνεται τυχαία με απεικονιστική μελέτη ή ενδοσκόπηση που γίνεται για άλλους λόγους. Η ολισθαίνουσα διαφραγματοκήλη μπορεί να εμφανιστεί με συμπτωματολογία γαστροοισοφαγικής παλινδρόμησης, δηλαδή οπισθοστερνικό καύσο και αναγωγές. Η παραοισοφαγική διαφραγματοκήλη εμφανίζεται με επιγαστραλγία, μεταγευματικό αίσθημα πληρότητας, δυσφαγία, μετεωρισμό κοιλίας, αναπνευστικά προβλήματα ή αναιμία και μπορεί να επιπλακεί με απόφραξη του στομάχου ή του εντέρου που προπίπτει. Αυτό αποτελεί και ένδειξη επείγουσας επέμβασης.

Σύγχρονες μελέτες αναφέρουν ότι οι διαφραγματοκήλες θα πρέπει να αντιμετωπίζονται χειρουργικά μόνο όταν είναι συμπτωματικές. Επέμβαση εκλογής είναι η λαπαροσκοπική αποκατάσταση της διαφραγματοκήλης, με ή χωρίς τοποθέτηση πλέγματος, που τις περισσότερες φορές θα πρέπει να συνοδεύεται και με κάποιο τύπο αντιπαλινδρομικής επέμβασης.