ΛΑΠΑΡΟΣΚΟΠΙΚΗ ΧΕΙΡΟΥΡΓΙΚΗ

ΒΟΥΒΩΝΟΚΗΛΗ - ΚΗΛΕΣ ΒΟΥΒΩΝΙΚΗΣ ΧΩΡΑΣ

Κήλη ορίζεται η μη φυσιολογική πρόπτωση ενός οργάνου ή ιστού διαμέσου ενός ελλείμματος του τοιχώματος που το περιβάλλει. Κήλες του κοιλιακού τοιχώματος συμβαίνουν μόνο σε ασθενείς θέσεις όπου οι απονευρώσεις ή περιτονίες δεν καλύπτονται από γραμμωτούς μύες. H συνηθέστερη περιοχή κηλών είναι η βουβωνική χώρα.

Μία κήλη ονομάζεται ανατασσόμενη όταν το περιεχόμενό της μπορεί να επανέλθει διαμέσου του ελλείμματος και μη ανατασσόμενη όταν δεν επανέρχεται. Περισφιγμένη ονομάζεται η κήλη όταν διαταράσσεται η αιμάτωση του περιεχομένου της, η οποία αποτελεί σοβαρή και δυνητικά θανατηφόρο επιπλοκή και χρήζει άμεσης χειρουργικής επέμβασης.

Οι κήλες της βουβωνικής χώρας διακρίνονται σε βουβωνοκήλη και μηροκήλη. Οι βουβωνοκήλες ταξινομούνται σε λοξές, όπου ο σάκος διέρχεται από το έσω βουβωνικό στόμιο και μπορεί κατευθυνόμενος λοξά δια του βουβωνικού πόρου να περάσει από το έξω βουβωνικό στόμιο καταλήγοντας στο όσχεο (οσχεοβουβωνοκήλη) και ευθείες όπου ο σάκος προπίπτει από το οπίσθιο τοίχωμα του βουβωνικού πόρου. Συνύπαρξη λοξής και ευθείας βουβωνοκήλης συνθέτουν την κήλη τύπου παντελονιού. Η συγγενής βουβωνοκήλη είναι μία λοξή βουβωνοκήλη στα παιδιά που οφείλεται σε μη σύγκλειση της ελυτροειδούς απόφυσης, μιας εμβρυολογικής προσεκβολής του περιτοναίου που λαμβάνει μέρος στο σχηματισμό του βουβωνικού πόρου. Η διάκριση μεταξύ ευθείας και λοξής βουβωνοκήλης είναι κυρίως ανατομική και μικρής σημασίας, εφόσον η χειρουργική αποκατάσταση είναι παρόμοια. Στη μηροκήλη ο σάκος διέρχεται διά του μηριαίου δακτυλίου, κάτωθεν του βουβωνικού συνδέσμου.

Οι κήλες της βουβωνικής χώρας είναι συχνότατες και αποτελούν το 75% όλων των κηλών. Τα δύο τρίτα εξ αυτών είναι λοξές και οι υπόλοιπες ευθείες. Περίπου το 25% των ανδρών και το 2% των γυναικών θα εμφανίσουν κάποιου είδους κήλη της βουβωνικής χώρας στη διάρκεια της ζωής τους. Στους άνδρες είναι 25 φορές συχνότερες απ΄ότι τις γυναίκες, ενώ οι μηροκήλες είναι 10 φορές συχνότερες στις γυναίκες. Τόσο οι λοξές βουβωνοκήλες, όσο και οι μηροκήλες συμβαίνουν συχνότερα δεξιά.

Η πιθανότητα περίσφιξης της κήλης αυξάνει με την ηλικία. Το ποσοστό περίσφιξης μίας βουβωνοκήλης φτάνει το 1-3% ενώ της μηροκήλης το 15-20% και για το λόγο αυτό συστήνεται όλες οι μηροκήλες να χειρουργούνται κατά τη διάγνωσή τους.

Η διάγνωση μίας βουβωνοκήλης είναι κυρίως κλινική, με την αναγνώριση ψηλαφητής μάζας στη βουβωνική χώρα. Μπορεί να είναι ασυμπτωματική ή να συνοδεύεται από πόνο, ή ασαφές αίσθημα ενόχλησης στην περιοχή. Έχει βρεθεί ότι 25% των ασθενών με ασυμπτωματική βουβωνοκήλη θα οδηγηθούν στο χειρουργείο εντός διετίας λόγω εμφάνισης συμπτωμάτων, που είναι και η κύρια ένδειξη χειρουργικής αποκατάστασης.

Η υποτροπή μιας βουβωνοκήλης, δηλαδή η επανεμφάνισή της μετά τη χειρουργική αποκατάσταση, συμβαίνει σε ποσοστό < 5% με τις σύγχρονες τεχνικές πλαστικής αποκατάστασης χωρίς τάση, με χρήση πλέγματος. Ο σακχαρώδης διαβήτης, η παχυσαρκία, η λοίμωξη του χειρουργικού τραύματος, η ανοσοκαταστολή, το κάπνισμα και η χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια είναι ορισμένοι αιτιολογικοί παράγοντες, πλην της “κακής” χειρουργικής τεχνικής για την εμφάνιση υποτροπής. Η λαπαροσκοπική αποκατάσταση περιορίζεται συνήθως στις περιπτώσεις παχύσαρκων ασθενών, ασθενών με υποτροπή ή βουβωνοκήλη άμφετερόπλευρα.